”Δεν υπάρχει άλλος χρόνος”
”Δεν υπάρχει άλλος χρόνος”
Εκεί που τελειώνεις, αρχίζεις
Δεν κοιμάσαι. Δεν πονάς. Δεν νιώθεις.
Είσαι ξύπνιος και μουδιασμένος.
Όχι νεκρός — ούτε ζωντανός.
Ένα βουβό βάρος μέσα σου σε πνίγει.
Δεν ξέρεις τι είναι, δεν έχει όνομα.
Κανένας γιατρός δεν το πιάνει.
Καμιά οθόνη δεν το σβήνει.
Δεν είναι κατάθλιψη.
Είναι το σώμα που σου ουρλιάζει:
«Σήκω».
Η ήσυχη σου ζωή είναι καλοστημένη παγίδα
Σε έπεισαν πως είσαι ελεύθερος, επειδή έχεις επιλογές.
Τι θα φας. Τι θα δεις. Τι θα πατήσεις.
Αλλά σου έκοψαν τη μία επιλογή που έχει αξία:
Να πεις όχι.
Όχι στην απάθεια. Όχι στο ψεύτικο. Όχι στην παραίτηση.
Όχι στο να βλέπεις τον κόσμο να γκρεμίζεται και να σωπαίνεις.
Ο καναπές δεν είναι ξεκούραση. Είναι εργαλείο εξημέρωσης.
Σε μαθαίνει να καταναλώνεις σιωπή.
Να βλέπεις χωρίς να μιλάς.
Να θυμώνεις χωρίς να δρας.
Και κάθε μέρα που μένεις εκεί, σε μικραίνει.
Η τέχνη δεν είναι διακόσμηση. Είναι ανάγκη.
Η αληθινή τέχνη δεν είναι ωραία.
Δεν κολακεύει. Δεν εξηγεί. Δεν ζητά έγκριση.
Γεννιέται εκεί που τελειώνει η υπομονή.
Όταν το στόμα δεν αντέχει άλλο σιωπή.
Όταν το χέρι τρέμει και δεν ξέρει τι να κάνει.
Ζωγραφίζει. Χαράζει. Σπάει.
Ο καλλιτέχνης δεν είναι επαγγελματίας.
Είναι αυτός που δεν μπόρεσε να σωπάσει.
Η τέχνη που δεν θυμώνει είναι απολίθωμα.
Η τέχνη που δεν ιδρώνει είναι ντεκόρ.
Αν δεν πονάει — είναι ψέμα.
Η αντικουλτούρα είναι ό,τι απόμεινε ζωντανό
Δεν είναι μόδα. Δεν είναι tribe. Δεν είναι style.
Είναι ανάσα.
Η αντικουλτούρα δεν σε κοιτά από σκηνή — περπατά δίπλα σου.
Σε βλέπει όταν δεν σε βλέπει κανείς.
Σου γράφει «ΕΔΩ ΕΙΜΑΣΤΕ» με μαρκαδόρο στη στάση.
Σου ψιθυρίζει: «Δεν είσαι τρελός που νιώθεις έτσι. Είσαι ζωντανός.»
Είναι μια μπάντα σε υπόγειο.
Μια κραυγή σε ένα ποίημα.
Ένα βλέμμα που δεν χαμηλώνει.
Ό,τι απέμεινε ανθρώπινο, έγινε υπόγειο.
Και ό,τι δεν προσκύνησε, έγινε τέχνη.
Δεν θα σε ειδοποιήσει κανείς πότε να σηκωθείς
Θα γίνει σιωπηλά.
Ένα πρωί. Ή ένα βράδυ.
Χωρίς αφορμή, χωρίς λόγια.
Θα κουραστείς να προσποιείσαι.
Θα σιχαθείς τη βολή σου.
Θα καταλάβεις πως αν δεν κάνεις κάτι τώρα,
θα ξεχάσεις ποιος είσαι.
Και θα σηκωθείς.
Στην αρχή αργά. Ίσως τρεμάμενα.
Αλλά θα σηκωθείς.
Και εκείνη τη στιγμή θα αλλάξουν όλα.

Μην περιμένεις επανάσταση. Γίνε εσύ ο πρώτος σπινθήρας.
Κανείς δεν θα σε φωνάξει.
Καμιά επανάσταση δεν ξεκινά με σάλπιγγα.
Ξεκινά από έναν που δεν άντεξε άλλο.
Κάποιος που ζωγράφισε αντί να φωνάξει.
Κάποια που έγραψε στον τοίχο αντί να σωπάσει.
Κάποιο βλέμμα που αρνήθηκε να σκύψει.
Εσύ είσαι αυτός.
Εσύ είσαι αυτή.
Όχι αύριο. Όχι όταν «θα είσαι έτοιμος».
Τώρα.

Ψαλμός του Ανυπότακτου
Δεν ήρθα για να σωθώ. Ήρθα για να καώ.
Να θυμίσω πως κάτι ακόμα αναπνέει μέσα μας.
Να μην αφήσω τη σιωπή να γίνει κανονικότητα.
Να γίνω η φωνή πριν το ουρλιαχτό.
Δεν γράφω για να με διαβάσεις.
Γράφω γιατί αλλιώς θα σκάσω.
Και αν το διαβάζεις αυτό — δεν είναι τυχαίο.
Κάτι μέσα σου το ήξερε.
Σήκω.
Τελευταία λέξη
Δεν σε χρειάζεται το σύστημα αν είσαι σιωπηλός.
Σε θέλει χρήσιμο. Ακίνητο. Χαμηλόφωνο.
Μα εσύ δεν γεννήθηκες για να κάθεσαι.
Κάθεσαι αρκετά. Και σαπίζεις.
Ήρθε η ώρα. Ή σηκώνεσαι — ή τελειώνεις.
ΣΗΚΩΣΟΥ
Η Στιγμή Που Δεν Περιμένει
Δεν θα έρθει αύριο.
Ούτε την επόμενη ώρα.
Ούτε όταν «είσαι έτοιμος».
Η στιγμή που θα σταθείς απέναντι στον εαυτό σου, και θα κοιταχτείς στα μάτια, είναι τώρα.
Η στιγμή που θα αποφασίσεις αν θα γίνεις σκιά ή φλόγα, δεν περιμένει κανέναν.
Και αν δεν σηκωθείς τώρα,
θα γίνεις μια ακόμα ανάμνηση που σβήνει.
Ένα όνειρο που χάθηκε στις στάχτες.
Ένα σώμα που κάθισε — και ποτέ δεν ξαναστάθηκε.
Το μέλλον δεν είναι μια υπόσχεση.
Είναι ένας καθρέφτης.
Τι θα δεις μέσα του;
Έναν που επέλεξε να ζήσει ή έναν που επέλεξε να πεθάνει αργά;
Κι αν τρέμεις τώρα,
είναι γιατί μέσα σου κάτι ήδη καίγεται.
Μην το σβήσεις.
Άναψέ το.
Πριν να είναι αργά.
Δεν υπάρχει άλλος χρόνος.
Άρθρο: Πανέλα Χριστίνα

