«Η Σιωπή Πριν από τον Ρόλο: Ο Δημήτρης Ελιάς και οι Αλήθειες της Υποκριτικής Τέχνης»
«Η Σιωπή Πριν από τον Ρόλο: Ο Δημήτρης Ελιάς και οι Αλήθειες της Υποκριτικής Τέχνης»
Στο θέατρο, όπου η ανθρώπινη ύπαρξη απογυμνώνεται από τις βεβαιότητες και μένει μόνο η ουσία της, ο ηθοποιός καλείται να διασχίσει αόρατα τοπία: μνήμες που δεν έζησε, πληγές που δεν ήταν δικές του, επιθυμίες που για λίγο γίνονται δέρμα και ανάσα του. Ο Δημήτρης Ελιάς προσεγγίζει αυτή τη διαδρομή με μια σπάνια πειθαρχία και μια εσωτερική ευγένεια που μαρτυρούν βαθιά συνείδηση της ευθύνης του.
Για εκείνον, η υποκριτική δεν είναι απλώς έκφραση∙ είναι πράξη προσέγγισης της ανθρώπινης αλήθειας. Στις σκέψεις του αναδύεται το θέατρο ως τελετουργία, ως χώρος όπου το προσωπικό ανοίγει δρόμο στο συλλογικό και κάθε ρόλος γίνεται μια απόπειρα κατανόησης του άλλου. Με λόγο καθαρό, ουσιαστικό και γειωμένο, καταθέτει εμπειρίες που κουβαλούν βάθος, ιστορία και εσωτερική εργασία.
Ακολουθεί μία συνομιλία που λειτουργεί σαν προσκλητήριο σε μια πιο υψηλή αντίληψη της τέχνης: εκεί όπου ο ηθοποιός δεν αναζητά τη μίμηση, αλλά την αλήθεια.

Όταν συναντάς έναν νέο ρόλο, ποιο είναι το πρώτο λεπτό ίχνος ανθρωπιάς που προσπαθείς να αφουγκραστείς μέσα του — μια μνήμη, μια ρωγμή ή μια προσδοκία;
Αυτή είναι μια υπέροχη, βαθιά ερώτηση για τη θεατρική διαδικασία!
Το πρώτο λεπτό ίχνος ανθρωπιάς που αναζητώ όταν συναντώ έναν νέο ρόλο είναι συνήθως η προσδοκία.
Και γιατί η προσδοκία;
Γιατί αυτή είναι η κινητήριος δύναμη. Είναι αυτή που ωθεί τον χαρακτήρα μπροστά. Είναι το «τι θέλει;» σε αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή ή στη ζωή του γενικότερα. Αυτή η επιθυμία είναι η πιο βασική και άμεση ανθρώπινη αλήθεια. Κάθε πράξη, κάθε λόγος, ακόμη και κάθε σιωπή, εξυπηρετεί ή αντιτίθεται σε αυτή την προσδοκία.
Σε αντίθεση με τη μνήμη που είναι στοιχείο του παρελθόντος ή τη ρωγμή που μπορεί να είναι μια κρυφή πληγή, η προσδοκία είναι πάντα παρούσα στη δράση.
Σε ποια στιγμή της δημιουργικής διαδικασίας νιώθεις ότι η τέχνη σου σε υπερβαίνει και σε μεταμορφώνει, σαν να σε οδηγεί κάπου που δεν έχεις ακόμη λέξεις να περιγράψεις;
Η στιγμή που η τέχνη του θεάτρου “υπερβαίνει” και “μεταμορφώνει” τον θεατρικό δημιουργό συμβαίνει σε διάφορα στάδια.
Όταν ο ηθοποιός γίνεται μέρος ενός ζωντανού οργανισμού μέσω της αλληλεπίδρασης με το κοινό, όταν εξαφανίζεται ο φόβος και μένει μόνο η δράση.
Πιστεύεις ότι οι χαρακτήρες που ενσαρκώνεις αφήνουν “αποτύπωμα” πάνω σου; Και αν ναι, ποιο αποτύπωμα σου στάθηκε πιο τρυφερό ή πιο επώδυνο;
Η εμπειρία μου έχει δείξει ότι ναι, οι χαρακτήρες αφήνουν αποτύπωμα πάνω στον ηθοποιό.
Ο ηθοποιός πρέπει να βιώσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του ρόλου. Προσωπικά θεωρώ ότι σχεδόν όλοι οι ρόλοι που έχω υποδυθεί με έκαναν καλύτερο και σοφότερο ως άνθρωπο.

Όταν στέκεσαι στη σκηνή ή μπροστά στην κάμερα, ποιο κομμάτι του εαυτού σου γίνεται πιο διάφανο, ώστε να αφήσεις τον ρόλο να αναπνεύσει μέσα σου;
Θα έλεγα ότι είναι συνήθως η απόλυτη αλήθεια.
Να αφήνεις στην άκρη την κρίση και τις προσωπικές σου αντιλήψεις και να αισθανθείς πραγματικά αυτό που αισθάνεται ο χαρακτήρας, να δώσεις χώρο στον εσωτερικό κόσμο του ρόλου.
Για να είναι ο ρόλος πειστικός. Η σκηνή ή η κάμερα βλέπει την ψυχή και, αν αυτή δεν είναι ανοιχτή και δεκτική, ο ρόλος δεν μπορεί να “αναπνεύσει” φυσικά.
Υπάρχει κάποια στιγμή σιωπής στην υποκριτική — ένα βλέμμα, μια παύση, μια ανάσα — που θεωρείς εξίσου ισχυρή με έναν μεγάλο μονόλογο;
Απολύτως.
Στην υποκριτική, η σιωπή, ένα βλέμμα, μια παύση ή μια ανάσα μπορούν να είναι εξίσου —αν όχι περισσότερο— ισχυρά και εκφραστικά από έναν μεγάλο μονόλογο. Ένας μονόλογος λέει στον θεατή τι αισθάνεται ο χαρακτήρας. Αντίθετα, μια παύση, ένα βλέμμα ή μια ανάσα δείχνουν στον θεατή τι συμβαίνει μέσα στον χαρακτήρα!
Αν η υποκριτική είναι ένας τρόπος να περιηγηθείς στην ανθρώπινη ψυχή, ποιο συναίσθημα θα έλεγες ότι σε “καλεί” πιο συχνά να το εξερευνήσεις;
Αν έπρεπε να επιλέξω ένα συναίσθημα που με “καλεί” πιο συχνά να το εξερευνήσω, θα έλεγα ότι είναι η ενσυναίσθηση.
Η ικανότητα να κατανοήσεις και να μοιραστείς τα συναισθήματα κάποιου άλλου.
Η ενσυναίσθηση είναι το θεμέλιο της υποκριτικής. Για να υποδυθείς έναν ρόλο, πρέπει να “μπεις” στα παπούτσια του, να καταλάβεις γιατί λέει ή κάνει αυτό που κάνει, ακόμα κι αν εσύ ο ίδιος διαφωνείς. 
Πόσο χώρο δίνεις στην ευαισθησία σου κατά την προετοιμασία ενός ρόλου; Είναι για σένα εργαλείο, καταφύγιο ή κρυφή πληγή που φωτίζει τον χαρακτήρα;
Για μένα, το ιδανικό είναι η ευαισθησία να χρησιμοποιείται ως εργαλείο, αλλά να μην φοβάται να αγγίξει την πληγή.
Ο ηθοποιός χρησιμοποιεί την ευαισθησία ως εργαλείο για να αναλύσει και να κατανοήσει τον χαρακτήρα που υποδύεται.
Ποια καλλιτεχνική εμπειρία — θεατρική ή κινηματογραφική — σε έκανε να νιώσεις ότι για μια στιγμή άγγιξες κάτι αληθινό, κάτι σχεδόν ιερό;
Κάτι αληθινό ή κάτι σχεδόν ιερό;
Ήταν όταν μου προτάθηκε το 2012 να ερμηνεύσω έναν ρόλο για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Ο χαρακτήρας του Ιωάννη Αναγνώστη που εξιστορούσε τα γεγονότα της άλωσης της Θεσσαλονίκης το 1430 από τους Οθωμανούς. Ένας ρόλος που αγαπώ ιδιαίτερα, που ξεχωρίζω και που με έμαθε την ιστορία της πόλης μας —που, προς μεγάλη μου λύπη, αρκετοί Θεσσαλονικείς αγνοούν.
Αυτό για εμένα ήταν κάτι ιερό. Ευχαριστώ την αγαπημένη μου Βάσω Παπαχαραλάμπους που μου έδωσε αυτή την ευκαιρία.

Στις λέξεις του Δημήτρη Ελιά συναντά κανείς έναν ηθοποιό που δεν στέκεται απλώς επάνω στη σκηνή, αλλά την υπηρετεί με σεβασμό, βάθος και αυθεντικότητα. Οι ρόλοι τού αφήνουν σημάδια, το κοινό τον μεταμορφώνει, και η τέχνη λειτουργεί ως συνεχής υπενθύμιση ότι η αλήθεια του θεάτρου βρίσκεται πάντα κάπου ανάμεσα στην παύση και στην ανάσα.
Ίσως τελικά η υποκριτική να είναι αυτό ακριβώς:
μια αδιάκοπη προσπάθεια να δώσεις φωνή σε όσα, στον πραγματικό κόσμο, συχνά μένουν άρρητα.
Συνέντευξη: Πανέλα Χριστίνα
