«Η φωνή ως σκηνή: Η Μαρία Πρέκα και το άγγιγμα του θεατρικού τραγουδιού»
«Η φωνή ως σκηνή: Η Μαρία Πρέκα και το άγγιγμα του θεατρικού τραγουδιού»
Σε μια πόλη που ανασαίνει από ιστορίες και απόηχους, η φωνή της Μαρίας Πρέκα μοιάζει να αντηχεί σαν μυστική διαδρομή· ένα νήμα που ενώνει τη Θεσσαλονίκη με τις έντονες μουσικές και θεατρικές της αναζητήσεις. Από τα πρώτα παιδικά της βήματα στη χορωδία μέχρι τις μουσικοθεατρικές σκηνές όπου δίνει ζωή σε χαρακτήρες και ηχοχρώματα, η σοπράνο έχει χτίσει έναν κόσμο όπου η τεχνική συναντά τη συγκίνηση, και η πειθαρχία συναντά την παρόρμηση της τέχνης. Με την καθαρότητα της φωνής και τη θεατρικότητα της παρουσίας της, η Μαρία Πρέκα συνεχίζει να εξερευνά τον χώρο όπου το τραγούδι γίνεται αφήγηση και το σώμα γίνεται όργανο ψυχής.

Ποια ήταν η πρώτη στιγμή που ένιωσες ότι η φωνή σου δεν ήταν απλώς μια
δεξιότητα, αλλά ένας δρόμος ζωής;
Η πρώτη στιγμή που κατάλαβα ότι η φωνή δεν ήταν απλώς μια δεξιότητα, αλλά
ένας δρόμος ζωής, ήταν όταν ήμουν μικρή και πήγα στη χορωδία του Βασίλειου
Παπακωνσταντίνου. Ο Βασίλειος Παπακωνσταντίνου ήταν ο μαέστρος της
χορωδίας Αγίας Τριάδος Θεσσαλονίκης.
Θυμάμαι ακόμη την πρώτη φορά που άκουσα τα παιδιά να τραγουδούν· η φωνή
τους είχε μια αγνότητα και μια λάμψη που για μένα ακουγόταν σαν αγγελική.
Εκείνη τη στιγμή γεννήθηκε μέσα μου μια βαθιά επιθυμία — να γίνω κι εγώ μέρος
αυτού του ήχου, αυτής της μαγείας. Από τότε η φωνή έγινε ο τρόπος μου να
συνδέομαι, να εκφράζομαι και τελικά, ο δρόμος που επέλεξα να ακολουθήσω στη
ζωή μου
Το μουσικοθεατρικό τραγούδι απαιτεί τόσο φωνητική όσο και δραματική
αλήθεια. Πώς ισορροπείς ανάμεσα στον ρόλο και τη δική σου εσωτερική φωνή;
Δεν αισθάνομαι ότι πρέπει να ισορροπήσω ανάμεσα στον ρόλο και στη δική μου
εσωτερική φωνή. Για μένα, η μουσική είναι το πιο ασφαλές μου μέρος, είναι το
καταφύγιό μου. Ό,τι κι αν συναντήσω —τη μελωδία, τον στίχο, το συναίσθημα— το
αφήνω να περάσει μέσα μου, να το φιλτράρει η ψυχή μου.
Και από αυτή τη διαδικασία γεννιέται ο ήχος μου. Ένας ήχος που δεν παλεύει να
ισορροπήσει, αλλά απλώς υπάρχει, με φυσικότητα και αλήθεια. Η μουσική με
κρατάει, με στηρίζει και γι’ αυτό δεν χρειάζεται να “προσπαθήσω” να βρω
ισορροπία· υπάρχει ήδη μέσα σε αυτό το ασφαλές πλαίσιο. 
Έχεις συνεργαστεί με σημαντικούς σκηνοθέτες και δασκάλους. Ποια συμβουλή ή
φράση έμεινε χαραγμένη μέσα σου ως «κλειδί» για την τέχνη σου;
Υπάρχουν φράσεις που δεν τις ακούς απλώς· τις κουβαλάς σαν μικρά φυλαχτά
μέσα στην πορεία σου.
Η πρώτη ήταν όταν ήμουν παιδί, στη χορωδία του Παπακωνσταντίνου. Μας έλεγε:
“Μη μου κακοποιείτε τη γυναίκα μου… τη μουσική.” Τότε δεν καταλάβαινα πλήρως
το βάθος της. Μεγαλώνοντας όμως κατάλαβα ότι μιλούσε για έναν ζωντανό οργανισμό που χρειάζεται τρυφερότητα. Αυτή η φράση έγινε ηθικός κώδικας: να
πλησιάζω τη μουσική με σεβασμό και αλήθεια.
Αργότερα, πήγα σε ένα μάθημα του Κώστα Χαλκιά απλώς για να παρακολουθήσω
πώς διδάσκει στους ηθοποιούς, σαν ακροάτρια. Και τελικά κατέληξα να είμαι μέρος
της παράστασης. Σε μια συζήτησή μας με τον ίδιο και τον Άκη Γεροντάκη, εξέφρασα
μια ανησυχία μου: πόσο δύσκολο είναι να δημιουργείς. Κι εκείνος μου απάντησε
κάτι που θα θυμάμαι για πάντα:
“Μαρία, πρέπει να γίνεις το λουλούδι που σπάει το τσιμέντο.”
Και, αργότερα, ο Αχιλλέας Ψαλτόπουλος σε μια παράσταση μου είπε:
“Μαρία, παίξε σαν μικρό παιδί και χαμογέλα.”
Αυτή η φράση μου υπενθύμισε τη χαρά της τέχνης και την απλότητα που πρέπει να
συνοδεύει κάθε δημιουργία. Μαζί με τις προηγούμενες, αυτές οι τρεις φράσεις —η
ιερότητα της μουσικής, η δύναμη της δημιουργικής αντοχής και η παιδική χαρά στο
παίξιμο— με συνοδεύουν σε κάθε βήμα της πορείας μου, στο τραγούδι, στη
διδασκαλία και στη ζωή μου.
Αν έπρεπε να περιγράψεις τη φωνή ως χρώμα ή υφή, πώς θα όριζες τη δική σου;
Η φωνή είναι κάτι τόσο προσωπικό που είναι δύσκολο να την κρίνω εγώ η ίδια. Την
κρίνουν οι αποδέκτες της, οι μαθητές μου, οι ακροατές. Συχνά, όταν μου λένε πώς
την αντιλαμβάνονται, χρησιμοποιούν εικόνες και υφές: μου έχουν πει ότι μοιάζει
με κόκκινο βελούδο, αλλά ταυτόχρονα έχει και μια τραχιά, δυνατή πλευρά. Αυτές οι
περιγραφές μου δίνουν πολύτιμη ανατροφοδότηση για το πώς η φωνή μου αγγίζει
τους άλλους, κάτι που είναι πιο σημαντικό από οποιαδήποτε αυτοαξιολόγηση.
Στις παραστάσεις που συμμετείχες, ποιος ρόλος σε συγκλόνισε περισσότερο ή σε
ανάγκασε να δεις τον εαυτό σου αλλιώς;
Η παράσταση που με άλλαξε εντελώς, που “ανατίναξε” το μέσα μου και με
δημιούργησε ξανά, ήταν η «Η Άνοδος του Αρτούρο Ούι» του Μπέρτολτ Μπρεχτ,
που ανέβηκε από τη Θεατρική Ομάδα Πυλαίας το 2013. Η σκηνοθεσία ήταν του
Κώστα Χαλκιά και η μουσική επιμέλεια του Άκη Γεροντάκη.
Ήταν μια εμπειρία που με ανάγκασε να δω τον εαυτό μου αλλιώς, να αντιμετωπίσω
τον ρόλο με απόλυτη αλήθεια και ταυτόχρονα να συνδεθώ βαθιά με το σύνολο της
παράστασης. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, ένιωσα την τέχνη να με διαμορφώνει
ξανά, να μου δείχνει όρια, δυνατότητες και τη δύναμη της συνεργασίας.
Η προετοιμασία πριν από μια παράσταση είναι ένα αόρατο τελετουργικό. Ποια
δικά σου «μυστικά» ή συνήθειες σε συνδέουν με τη σκηνή;
Πριν από μια παράσταση χρειάζομαι τον δικό μου χώρο και χρόνο, μια στιγμή
μοναξιάς και απόλυτης συγκέντρωσης. Σε αυτή την ηρεμία αφήνω να περάσουν τα
συναισθήματα, η μελωδία, ο στίχος και τα λόγια, να τα φιλτράρει η ψυχή μου. Κι
από όλη αυτή τη διαδικασία γεννιέται η θεατρική μορφή, ένα πλάσμα που παίρνει
ζωή πάνω στη σκηνή — η οντότητα που προκύπτει μέσα από μένα και ταυτόχρονα
είναι κάτι πέρα από μένα.
Ποια είναι για σένα η μεγαλύτερη πρόκληση στο θεατρικό τραγούδι και ποια η
μεγαλύτερη ανταμοιβή του;
Η μεγαλύτερη πρόκληση στο θεατρικό τραγούδι είναι να καταφέρω να ενώσω μέσα
μου τη φωνή, το ρόλο, το συναίσθημα και την τεχνική, χωρίς να «χαθεί» κανένα
από αυτά. Να μπορώ να μεταμορφώνομαι κάθε φορά, να γίνομαι διαφορετική
μορφή, διαφορετική ύπαρξη — αλλά πάντα αληθινή.
Η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μένα είναι όταν όλο αυτό που γεννήθηκε ως ήχος —
μετά από τη διαδικασία που προανέφερα — σκάει σαν συναισθηματικό κύμα και
κατακλύζει τον θεατή, τον μαθητή, τον κάθε αποδέκτη. Να νιώσει, να αισθανθεί, να
αφουγκραστεί, να ταρακουνηθεί η δική του ψυχή. Να συντονιστούν η θεατρική
ψυχή με την ανθρώπινη, σε μια στιγμή όπου η τέχνη γίνεται αληθινή και ζωντανή.
Συχνά λες ότι η φωνή κουβαλάει ιστορίες. Ποια ιστορία ονειρεύεσαι να
τραγουδήσεις κάποια στιγμή στο μέλλον;
Η φωνή κουβαλάει ιστορίες: ό,τι έχω ζήσει, νιώσει και φιλτράρει η ψυχή μου
αποτυπώνεται στον ήχο και στο σώμα μου. Δεν ονειρεύομαι μια συγκεκριμένη
ιστορία· ονειρεύομαι να συνεχίσω να ζω και να νιώθω, γιατί μόνο τότε γεννιούνται
νέες ιστορίες και η φωνή παραμένει αληθινή.
Διδάσκεις νέα παιδιά από το 2021. Πόσο σε μεταμορφώνει η σχέση
δασκάλου–μαθητή και τι μαθαίνεις εσύ από εκείνους;
Αρχικά θα ήθελα να κάνω μια διόρθωση, διδάσκω αρκετά χρόνια πριν.
Η σχέση δασκάλου–μαθητή είναι για μένα αμφίδρομη. Κάθε μαθητής που έρχεται
μπροστά μου είναι καινούριο «υλικό»: τον φιλτράρω, μπαίνω μέσα του και
επηρεάζομαι συναισθηματικά. Τον σκιαγραφώ ακούγοντας τη φωνή του,
αντιλαμβάνομαι τα συναισθήματά του. Όσο περισσότερο ανοίγεται, τόσο πιο
έντονη γίνεται η αλληλεπίδραση, και τότε γεννιούνται όμορφα και δυνατά
πράγματα και για τις δύο πλευρές.
Αν η Μαρία Πρέκα του μέλλοντος μπορούσε να μιλήσει στη Μαρία του σήμερα,
τι νομίζεις ότι θα της έλεγε;
Αν η Μαρία του μέλλοντος μπορούσε να μιλήσει στη Μαρία του σήμερα, θα της
έλεγε: «Συνέχισε να κάνεις ό,τι κάνεις με την ψυχή σου. Ζήσε όπως σου είπε ο
Ψαλτόπουλος: σαν μικρό παιδί, και χαμογέλα». Να κρατάς πάντα την αθωότητα, τη
χαρά και την αυθεντικότητα, γιατί αυτά είναι που κάνουν την τέχνη αληθινή και τη
ζωή γεμάτη.

Η Μαρία Πρέκα δεν είναι απλώς μια φωνή· είναι μια πορεία σε εξέλιξη, ένα βλέμμα που αναζητά τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη μουσική και τη θεατρική αλήθεια. Με την αφοσίωση, την ευαισθησία και το πάθος της, συνεχίζει να διαμορφώνει έναν καλλιτεχνικό κόσμο που δεν περιορίζεται στη σκηνή, αλλά μιλά για την ανθρώπινη ανάγκη να εκφραστούμε, να συγκινηθούμε, να υπάρξουμε. Η τέχνη της είναι μια υπόσχεση: ότι κάθε νότα μπορεί να γίνει στιγμή, και κάθε στιγμή να γίνει μνήμη.
Συνέντευξη: Πανέλα Χριστίνα
