Η Φιλία Είναι Εκεί Όταν Καίγεται Ο Κόσμος – Και Δεν Σου Ζητάει Να Πεις Ευχαριστώ
Η Φιλία Είναι Εκεί Όταν Καίγεται Ο Κόσμος – Και Δεν Σου Ζητάει Να Πεις Ευχαριστώ
Αυτό δεν είναι ποίημα. Είναι υπόσχεση. Όρκος. Ψίθυρος πριν τη φωτιά.
Η φιλία δεν είναι ροζ.
Δεν είναι καρδούλες και κουλουράκια και “καλή επιτυχία”.
Είναι αίμα, δάκρυ, βραχνάδα.
Είναι “έλα, σήκω”, ενώ εσύ θες απλά να μείνεις ξαπλωμένος στο μπετό.
Είναι εκεί όταν δεν έχεις λέξεις, όταν ο κόσμος λιώνει γύρω σου,
κι εσύ απλά χρειάζεσαι ένα βλέμμα που να σου λέει “δεν είσαι τρελός – είσαι απλά ζωντανός.”
Στην πλάτη μας γράφει “καμία ελπίδα, μόνο εμείς”
Δεν γεννηθήκαμε για να χωρέσουμε. Ούτε σε κουτάκια, ούτε σε φωτογραφίες, ούτε σε ωράρια.
Είμαστε τα παιδιά των χαλασμένων ενισχυτών, των ξεβαμμένων τοίχων, των μπυρών στο χέρι και των ψυχών στην παλάμη.
Βρήκαμε πατρίδα στις καταλήψεις και στα λαιβάδικα, στους τοίχους με τα συνθήματα και στις σιωπές των ξενυχτιών.
Αγκαλιαστήκαμε τη στιγμή που όλα γύρω κατέρρεαν και είπαμε “είμαι εδώ” χωρίς να χρειαστεί να το πούμε. Γιατί το κατάλαβε ο άλλος απ’ την ανάσα μας. Από το πώς κοπανήσαμε μαζί στο breakdown. Από το πώς δεν κάναμε πίσω όταν ήρθε το σκοτάδι.
Φίλοι δεν είναι αυτοί που σου κάνουν likes. Είναι αυτοί που ήταν εκεί όταν δεν μπορούσες να σηκωθείς.
Που σου κράτησαν το τσιγάρο όταν δεν είχες χέρια.
Που έσπασαν τη φωνή τους για να κρατήσουν τη δική σου.
Που δεν ζήτησαν ποτέ τίποτα, και γι’ αυτό τους τα δίνεις όλα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΑ ΕΔΩ
Τα αδέρφια μας χωρίς αίμα, αλλά με ουλές
Είναι αυτοί που δεν έφυγαν. Που άντεξαν.
Που κάθονται ακόμα δίπλα μας, όχι γιατί όλα είναι καλά, αλλά γιατί δεν χρειάζεται να είναι.
Είναι αυτοί που ξέρουν πότε να μη μιλήσουν.
Που θα μπουν στο σπίτι σου και θα κάτσουν στο πάτωμα, χωρίς να ρωτήσουν “τι έχεις”.
Που θα σε κοιτάξουν και θα καταλάβουν.
Και δεν θα σε κάνουν καλά – θα σε κάνουν να μη φοβάσαι να πονάς.
Είναι αυτοί που θα φτιάξουν κάτι απ’ το τίποτα. Ένα χαμόγελο. Ένα “πάμε μια βόλτα”. Ένα “έλα live, θα παίξουν το κομμάτι μας”.
Είναι αυτοί που δεν σ’ αφήνουν να χαθείς, ακόμα κι όταν τους λες “άσε με”.
Δεν θα το κάνουν. Δεν θα σε αφήσουν.
Θα κάτσουν μαζί σου μέχρι να θες να ξανασταθείς.
Και μετά, συμβαίνει εκείνο.
Το live.
Το πλήθος. Η σκηνή. Η αναμονή.
Κι έρχεται το κομμάτι.
Το δικό σας.
Τα πρώτα δέκα δευτερόλεπτα κι όλα παγώνουν.
Είναι αυτή η αγκαλιά όταν η μπάντα παίζει το τραγούδι που σε διαλύει.
Το κομμάτι που σας έχει λιώσει, που σας έχει γυρίσει ανάποδα, που έχετε βάλει να παίζει με κλειστά μάτια σε σαλόνια και ταράτσες, με κραυγές και ποτήρια στο πάτωμα.
Το κομμάτι που το ‘χετε χορέψει σαν να μην υπάρχει αύριο – γιατί τότε δεν υπήρχε αύριο.
Κοιτάζεστε για ένα δευτερόλεπτο.
Και μετά μπαίνετε.
Χωρίς φίλτρα, χωρίς αναστολές, χωρίς φόβο.
Το χορεύετε μέχρι να σπάσει το πάτωμα.
Μέχρι να μουδιάσει το δέρμα, μέχρι να σκιστούν τα παπούτσια, μέχρι να γυρίσει ανάποδα η ψυχή.
Ίσως και να κλάψεις, μα θα το καταπιεί το σκοτάδι, ο ιδρώτας, ο ρυθμός.
Θα φανεί μόνο στην ανατριχίλα. Στο βλέμμα. Στο “είμαι εδώ” που δεν λέγεται αλλά είναι.
Και μετά μένει ένα υπόλοιπο.
Μια φλόγα.
Και δεν είσαι μόνος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΦΙΛΟΥΣ ΠΟΥ ΕΦΥΓΑΝ
Κάποιοι δεν προλάβανε. Κι όμως, είναι ακόμα εδώ.
Δεν τους βλέπουμε πια. Αλλά είναι.
Στις λέξεις μας, στους ήχους που αγαπήσαν, στα σημεία που σπάσαμε μαζί.
Στα τσιγάρα που αφήνουμε άκαφτα. Στις μπύρες που μένουν μισές. Στα tattoo που κάναμε γι’ αυτούς.
Είναι στις φωνές μας όταν τραγουδάμε. Είναι στον λαιμό που σφίγγει όταν μιλάμε γι’ αυτούς. Είναι στο “θυμάσαι τότε;” που δεν ολοκληρώνεται.
Φύγανε, ναι. Αλλά όχι απ’ το μέσα μας.
Δεν φεύγουν οι άνθρωποι που έγιναν κομμάτι σου.
Δεν ξεχνιούνται τα βλέμματα που σε έμαθαν πώς να μην φοβάσαι.
Όταν πονάς, πονάνε. Όταν γελάς, γελάνε. Όταν ζεις, ζουν κι αυτοί.
Και μέχρι να πέσει κι ο τελευταίος από εμάς, θα υπάρχουν.
Δεν έχουμε σημαίες. Έχουμε φίλους. Και μνήμες που δε σκύβουν.
Σ’ έναν κόσμο που σε θέλει ήσυχο, εμείς ουρλιάξαμε.
Σε μια κοινωνία που σε μετράει με λεφτά, φίλους, likes και αποδείξεις, εμείς μετρηθήκαμε με ουλές, με ξενύχτια, με βλέμματα που δεν λύγισαν.
Μας είπαν να ωριμάσουμε – και φτιάξαμε μπάντες, φanzines, τοίχους με στιχάκια και ιστορίες με φίλους που έμειναν και φίλους που φύγανε.
Φτιάξαμε ολόκληρη γλώσσα από βλέμματα και τραγούδια.
Ολόκληρο σύμπαν από μπλούζες ξεσκισμένες, γέλια στις 4 τα ξημερώματα, σημειώσεις σε παγκάκια, και μουσικές που μας έσωσαν.
Όχι, δεν θα γίνουμε “καλά παιδιά”. Είμαστε τα παιδιά με τα καμένα μάτια και τις άγριες αγκαλιές.
Αυτοί που δεν χωράνε στα “όλα καλά”. Που αγαπάνε βρώμικα, δυνατά, για πάντα.
Αυτό είναι για εκείνους που θα το διαβάσουν και θα χαμογελάσουν.
Για εκείνους που κοιτάμε τον ουρανό και χαμογελάμε εμείς, γιατί ξέρουμε ότι μας βλέπουν.
Για εκείνους που είναι σε κάθε κομμάτι που ακούμε, σε κάθε ανάσα πριν πέσει το φως,
σε κάθε βραχνή κραυγή που φεύγει απ’ το στήθος μας και γίνεται παρών.
Δεν τους χρειαζόμαστε δίπλα – γιατί δεν έφυγαν ποτέ.
Κι όταν όλα σωπάσουν,
θα παίζει ένα riff.
Και θα ξέρουμε ότι είμαστε μαζί.
Ό,τι Μείνει από Μας, Είναι Εμείς
(για τους φίλους που δεν έφυγαν ποτέ)
Πανέλα Χριστίνα
