Βαγγέλης Καραμπάσογλου | Μεταξύ Σκηνής και Κάμερας
Βαγγέλης Καραμπάσογλου | Μεταξύ Σκηνής και Κάμερας
Ο Βαγγέλης Καραμπάσογλου κινείται σε έναν χώρο όπου τα όρια δεν είναι ποτέ ξεκάθαρα. Ανάμεσα στη σκηνή και την κάμερα, ο λόγος συναντά το σώμα και η παρατήρηση μετατρέπεται σε πράξη. Ως ηθοποιός και σκηνοθέτης, δεν επιλέγει την ασφάλεια της μίας πλευράς· επιμένει στη διπλή ματιά, εκεί όπου η ερμηνεία συνομιλεί με τη σκηνοθεσία και η εμπειρία γίνεται αφήγηση. Με αφετηρία την ψυχολογία και εργαλείο την εικόνα, προσεγγίζει κάθε έργο ως ζωντανό οργανισμό — κάτι που αναπνέει, αμφισβητεί και εκτίθεται. 
Πώς αναζητάς τον “κρυμμένο παλμό” μιας ιστορίας πριν αρχίσεις να τη σκηνοθετείς; Υπάρχει κάποιο αρχικό, εσωτερικό σημάδι που σου δείχνει τον δρόμο;
Η πρώτη μου προτεραιότητα είναι να εμβαθύνω στο ουσιώδες νόημα κάθε ιστορίας, να αναδείξω τα θεματικά της ερωτήματα και να κατανοήσω την πρόθεση του έργου. Μόλις έχω φτάσει σε αυτή την κατανόηση, θα μπορέσω να διαμορφώσω την σκηνοθετική προσέγγιση, να ορίσω την οπτική ταυτότητα του έργου και να συνεργαστώ δημιουργικά με τους ηθοποιούς για να αποδώσουν τις ερμηνείες τους. Πολλές φορές, είναι όντως κάτι υποσυνείδητο που με παρακινεί. Μπορεί ανάμνηση, μπορεί κάτι από όνειρο ή από τη φαντασία μου και μόνο. Πιάνω τον εαυτό μου, κάποιες φορές, να μη ξέρω να δικαιολογήσω γιατί μια σκηνή πρέπει να αποδοθεί έτσι όπως την κάνω, αλλά ξέρω ότι πρέπει να γίνει έτσι ακριβώς.
Κατά κύριο λόγο, προσεγγίζω την ερμηνεία ως μια διαδικασία σταδιακής οικοδόμησης, πρόβα μετά πρόβα, στιγμή με τη στιγμή, σε συνεργασία με τον ηθοποιό. Διότι ο ηθοποιός διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο, προσφέροντας τη δική του μοναδική χροιά στον ρόλο. Ενώ μπορεί εγώ να έχω συλλάβει μια συγκεκριμένη ιδέα ή να έχω μορφοποιήσει τον χαρακτήρα στο μυαλό μου, εκείνος είναι που θα προσδώσει την τελική του υπόσταση, θα ζωγραφίσει με χρώματα αυτόν τον καμβά. Έτσι, μαζί, βήμα προς βήμα, καταλήγουμε σε ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, το οποίο ελπίζουμε να συγκινήσει και να εντυπωσιάσει.
Για εμένα προσωπικά, ο τόπος όπου «γεννάται» η παράσταση βρίσκεται στο πρώτο πέρασμα. Δηλαδή, τη στιγμή που όλα τα κείμενα έχουν απομακρυνθεί, οι λέξεις έχουν εμπεδωθεί, οι ηθοποιοί γνωρίζουν καλά τον ρόλο τους, γνωρίζουν πού πατούν και πού βρίσκονται, και τότε θα πούμε πως ξεκινά το πρώτο πέρασμα. Εκεί είναι η στιγμή που, για εμένα, πραγματικά «γεννιέται» η παράσταση, το έργο που αναλαμβάνουμε να ανεβάσουμε. Και από εκεί και πέρα μπορούμε να την «αναθρέψουμε» για να τελειοποιηθεί. 
Για εμένα, η δομή του έργου αποτελεί τον θεμέλιο λίθο. Το προσεγγίζω ως ένα παζλ, το οποίο σταδιακά ολοκληρώνεται, και με κάθε κομμάτι που προστίθεται, αποκτώ μια πληρέστερη εικόνα. Πιστεύω πως με αυτόν τον τρόπο το έργο γίνεται πιο απολαυστικό και για το κοινό. Γι’ αυτό είμαι ένθερμος υποστηρικτής της δομής και της οργάνωσης ενός έργου, ενός κειμένου και, τελικά, ολόκληρης της παράστασης. Η διαίσθηση, από την άλλη, αναδύεται αργότερα, κατά τη διάρκεια των προβών, και μπορεί να εκδηλωθεί σε στιγμές όπου κάτι θα μου φαίνεται αστείο ή θα θεωρώ ότι μπορεί να ωφελήσει τον ηθοποιό. Σε αυτές τις στιγμές, η διαίσθηση καθίσταται καθοριστική.
Δεν θα έλεγα ότι έχω κάποια τελετουργία πριν εισέλθω στον χώρο των προβών. Δυστυχώς, ο ταχύς ρυθμός της ζωής που επιβάλλει το επάγγελμα, η καθημερινότητα και άλλοι παράγοντες, συχνά δεν μου επιτρέπουν να ακολουθήσω κάποια συγκεκριμένη τελετουργία. Πολλές φορές, μετακινούμαι από πρόβα σε πρόβα, με αποτέλεσμα να βρίσκομαι συνεχώς σε κίνηση. Ωστόσο, αυτό που είναι βέβαιο είναι πως, όταν σκηνοθετώ, εισέρχομαι σε μια διαφορετική διάθεση, σε ένα ξεχωριστό mood. Αυτό που κάνω, λοιπόν, είναι να αφιερώνω χρόνο, ενώ οι ηθοποιοί ζεσταίνονται, να τους ακούω, να τους παρατηρώ, να γελάω μαζί τους και να επικοινωνώ σε αρχικό επίπεδο, προτού ξεκινήσουμε την πρόβα. Με βοηθάει να απικοινωνήσω αυτό που θέλω έπειτα, μόλις ξεκινήσει η πρόβα.
Δεν το έχω ζήσει ποτέ, δεν ξέρω πώς είναι∙ δεν γνωρίζω πώς αισθάνεται κανείς όταν ένα κείμενο, ένα έργο, τον δοκιμάζει. Μέχρι στιγμής, αυτή είναι η πρώτη μου σκηνοθεσία, το ΝΕΜΕΣΙΣ, και συνάμα το πρώτο θεατρικό έργο που γράφω. Αν στο μέλλον αναλάβω κάποιο άλλο θεατρικό κείμενο και νιώσω κάτι τέτοιο, τότε πιθανότατα θα σημαίνει πως δεν έχω κάνει επαρκή έρευνα και δεν έχω πραγματικά κατανοήσει το έργο σε βάθος.
Δεν θα το έλεγα ότι ο χώρος επηρεάζει ιδιαίτερα τη σκηνοθετική μου ματιά, ή εμένα ως σκηνοθέτη γενικότερα. Θεωρώ ότι ο σκηνοθέτης είναι εκείνος που βρίσκει λύσεις. Αν ένας σκηνοθέτης δεν μπορεί να επιλύσει τα προβλήματα που ανακύπτουν συνεχώς, τότε πιθανώς δεν είναι κατάλληλος για αυτόν τον ρόλο. Συνεπώς, όποιο πρόβλημα κι αν προκύψει με τη γεωμετρία της σκηνής, με την ίδια τη σκηνή, με τις σκάλες ή με οτιδήποτε άλλο, είτε πρόκειται για θέατρο είτε για κινηματογράφο, πρέπει να βρεθεί λύση. Είτε αυτή η λύση είναι ένας συμβιβασμός, είτε μια πραγματική λύση, δεν έχει σημασία. Το ουσιώδες είναι να βρεθεί η λύση και να αφηγηθείς την ιστορία που επιθυμείς.
Ποτέ να μη σταματήσουν να προσπαθούν, να καινοτομούν και να προκαλούν. Το θέατρο είναι εκτόνωση, είναι ταραχή, είναι ταρακούνημα. Οι θεατές δεν έρχονται απλώς για να καθίσουν σε μια καρέκλα και να περάσουν ένα ή δύο ώρες ευχάριστα, αλλά για να προβληματιστούν, να σκεφτούν, να αναρωτηθούν, και μέσα από αυτά να καλλιεργήσουν ακόμα περισσότερο το πνεύμα και να κατανοήσουν λίγο παραπάνω την ζωή, τον κόσμο, την ύπαρξη, την ευτυχία, την αδικιά κλπ κλπ. 
Ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα σήμερα δεν είναι πού ανήκει ένας δημιουργός, αλλά αν τολμά να σταθεί ανάμεσα. Αν τολμά να παραμείνει ανοιχτός, χωρίς βεβαιότητες, σε μια εποχή που ζητά ταμπέλες και γρήγορες απαντήσεις. Εκεί, στο ενδιάμεσο της σκηνής και της κάμερας, γεννιέται ένας χώρος ελευθερίας — και μέσα σε αυτόν, η τέχνη ξαναβρίσκει τον λόγο της ύπαρξής της.
Άρθρο: Πανέλα Χριστίνα
