Παυλίνα Χαρέλα Το θέατρο ως ευθύνη, επιλογή και πράξη αλήθειας Μια συνέντευξη για το Θέατρο Σοφούλη.
Παυλίνα Χαρέλα Το θέατρο ως ευθύνη, επιλογή και πράξη αλήθειας Μια συνέντευξη για το Θέατρο Σοφούλη.

Το θέατρο δεν είναι ποτέ ουδέτερο.
Ή συνομιλεί με την εποχή του ή χάνεται μέσα της.
Η Παυλίνα Χαρέλα, καλλιτεχνική διευθύντρια του Θεάτρου Σοφούλη, ανήκει στους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν τη σκηνή ως ζωντανό οργανισμό και όχι ως μηχανισμό παραγωγής παραστάσεων. Η καλλιτεχνική της ματιά εστιάζει στη συνέπεια, στο ρίσκο και στη βαθιά ανάγκη η τέχνη να έχει λόγο ύπαρξης στο παρόν.
Το Θέατρο Σοφούλη, υπό τη δική της καθοδήγηση, έχει διαμορφώσει μια ταυτότητα που δεν αναζητά την ευκολία, αλλά την ουσία. Έναν χώρο όπου οι παραστάσεις λειτουργούν ως ερωτήματα και όχι ως τελικά συμπεράσματα.
Η συνέντευξη που ακολουθεί δεν αναζητά απαντήσεις άμεσες. Ανοίγει πεδία σκέψης — όπως ακριβώς και το θέατρο. 
Τι σημαίνει για εσάς το Θέατρο Σοφούλη σήμερα: χώρος δημιουργίας, ευθύνη ή προσωπική διαδρομή;
Είναι και τα τρία, σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Είναι ο φυσικός μου χώρος, το μέρος όπου η προσωπική μου διαδρομή διασταυρώνεται με τις ζωές των συνεργατών μου. Είναι και κάτι ανάμεσα σε εργαστήριο, ατελιέ και παιδική χαρά γιατί συνεχώς δημιουργούμε και πειραματιζόμαστε πάνω στις παραστατικές τέχνες.
Αλλά πάνω από όλα είναι ευθύνη. Όταν διαχειρίζεσαι έναν πολιτιστικό οργανισμό, γιατί αυτό είναι το θέατρο Σοφούλη, στην περιφέρεια, όταν έρχεσαι σε επαφή με παιδικές και νεανικές ψυχές μέσα από τις παραστάσεις για παιδιά και τα θεατρικά εργαστήρια, η ευθύνη απέναντι στο κοινό που σε εμπιστεύεται γίνεται η πυξίδα σου.
Πώς ορίζετε τον ρόλο της καλλιτεχνικής διευθύντριας σε μια εποχή διαρκών αλλαγών;
Είναι αυτός που δίνει τον ρυθμό αλλά και το παράδειγμα. Αυτός που βρίσκει ισορροπίες ανάμεσα στην αισθητική και την εμπορικότητα, τη δημιουργικότητα με το επιχειρείν. Σε εποχές αβεβαιότητας, ο καλλιτεχνικός διευθυντής οφείλει να προσφέρει ασφάλεια στην ομάδα του και καθαρό όραμα στο κοινό. Πρέπει να μπορείς να ισορροπείς ανάμεσα στο “τώρα” —τις πρακτικές ανάγκες μιας παραγωγής— και στο “πάντα” —την καλλιτεχνική αξία που μένει στον χρόνο.
Με ποια εσωτερικά κριτήρια επιλέγετε τα έργα που ανεβαίνουν στη σκηνή;
Νομίζω πως τα έργα με βρίσκουν. Συνεχώς κάτι διαβάζω, κάτι βλέπω, κάτι συζητάω με τους συνεργάτες μου και έτσι έρχεται η στιγμή του «εύρηκα». Θέλω να είναι έργα που να δίνουν ελπίδα, να έχουν ενέργεια. Επιλέγω κείμενα που με μετακινούν εσωτερικά, που μου προκαλούν αυτό το παιδικό «ουάου» που συχνά αναφέρω. Αν ένα έργο δεν μπορεί να συγκινήσει εμένα την ίδια, δεν έχω το δικαίωμα να ζητήσω από τον θεατή να αφιερώσει τον χρόνο του σε αυτό.
Πιστεύετε ότι το θέατρο οφείλει να παρηγορεί ή να ταράζει τον θεατή;
Το θέατρο οφείλει να είναι καθρέφτης. Κάποιες φορές στον καθρέφτη βλέπεις κάτι που σε γαληνεύει και σε παρηγορεί, και άλλες κάτι που σε τρομάζει και σε αναγκάζει να δράσεις. Η “ταραχή” είναι απαραίτητη για να ξυπνήσει η συνείδηση, αλλά η “παρηγοριά” είναι αυτή που μας κρατάει ανθρώπινους.

Πόσο απαραίτητο είναι το καλλιτεχνικό ρίσκο;
Κάθε παραγωγή στο ελεύθερο θέατρο είναι ένα ρίσκο. Καταρχάς επιχειρηματικό και έπειτα καλλιτεχνικό. Προσωπικά το βλέπω ως πρόκληση να γνωρίσω καλύτερα τον εαυτό μου. Αν δεν βγεις από τα νερά σου, δεν μπορείς να πας μακριά. Όπως και η Shirley Valentine, που υποδύομαι υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Αντώνη Λουδάρου, πρέπει να βγεις από τη ζώνη ασφαλεία σου για να βρεις τον εαυτό σου και να δημιουργήσεις. Η ρουτίνα είναι μια γυάλα, νιώθει άνετα το χρυσόψαρο μέσα σε αυτή αλλά πρέπει συχνά να βγαίνει έξω από αυτή για να καθαρίζει η ματιά.
Τι αναζητάτε στους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζεστε;
Το ήθος και τη γενναιοδωρία. Το ταλέντο είναι η βάση, αλλά η ικανότητα να λειτουργείς μέσα σε μια ομάδα, να σέβεσαι τον διπλανό σου και να καταθέτεις την αλήθεια σου χωρίς τοξικότητα, είναι αυτό που κάνει μια παράσταση να ξεχωρίζει. Αναζητώ ανθρώπους που δεν φοβούνται να τσαλακωθούν.
Τι φοβάστε περισσότερο: την αποτυχία ή την αδιαφορία;
Την αδιαφορία, χωρίς δεύτερη σκέψη. Η αποτυχία είναι μέρος της μάθησης, είναι μια πληγή που σε κάνει πιο έμπειρο. Η αδιαφορία όμως είναι ο θάνατος της τέχνης. Αν ο θεατής βγει από το θέατρο και το μόνο που σκέφτεται είναι πού θα πάει για φαγητό, τότε έχουμε αποτύχει οικτρά.

Σε ποιον βαθμό μπορεί το θέατρο να είναι πολιτική πράξη;
Το θέατρο είναι πολιτική πράξη από τη στιγμή που επιλέγεις να φέρεις 200 ανθρώπους σε μια αίθουσα για να μοιραστούν μια κοινή εμπειρία. Είναι πολιτική πράξη ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε τους συνεργάτες μας, η ισότητα που προασπιζόμαστε στις πρόβες μας και η θεματολογία που αναδεικνύουμε. Δεν χρειάζεται να φωνάζεις για να είσαι πολιτικός· αρκεί να είσαι έντιμος.
Αν το Θέατρο Σοφούλη είχε φωνή, τι θα έλεγε για την εποχή μας;
Θα έλεγε: «Μη φοβάστε να νιώσετε». Ζούμε σε μια εποχή ψηφιακής απόστασης και κυνισμού. Το Σοφούλη θα μας θύμιζει ότι η επαφή, το άγγιγμα και η ζωντανή ανάσα πάνω στη σκηνή είναι η τελευταία μας αντίσταση στην αποξένωση.

Γιατί, τελικά, έχουμε ανάγκη το θέατρο σήμερα;
Γιατί είναι το μόνο μέρος όπου μπορούμε να δούμε τον εαυτό μας μέσα από τα μάτια του άλλου. Έχουμε ανάγκη το θέατρο για να μας θυμίζει ότι, παρά τις διαφορές μας, οι φόβοι, οι ελπίδες και οι πληγές μας είναι κοινές.
Ίσως το θέατρο να μην υπάρχει για να απαντά.
Ίσως να υπάρχει για να μας μαθαίνει να ρωτάμε σωστά.
Η διαδρομή της Παυλίνας Χαρέλα και η καλλιτεχνική ταυτότητα του Θεάτρου Σοφούλη υπενθυμίζουν ότι η τέχνη παραμένει αναγκαία όταν δεν φοβάται την αλήθεια της. Και όταν το θέατρο επιλέγει τη σκέψη αντί για τη σιγουριά, τότε παραμένει ζωντανό.
Συνέντευξη: Πανέλα Χριστίνα
